Δεν θα γράψω τίποτα διότι ως συνήθως θέλω να γράψω πάρα πολλά. Θέλω να γράψω για τα όσα με απασχολούν ακόμη, για όσα ξεπέρασα, για όσα προσπέρασα, για όσα με γεμίζουν ικανοποίηση και για όσα με απογοητεύουν. Για τα Διάφανα Κρίνα...Γι αυτά θέλω να γράψω πιο πολύ...
Μου έχει λείψει το blogging, το έχω και ανάγκη για να εκφράζομαι (είναι ένας από τους πολλούς τρόπους που εφαρμόζω για να σπάω την εσωτερική μου σιωπή -η εξωτερική μου δεν υπάρχει, μιλάω συνέχεια!). Μου έχετε λείψει κι εσείς, και τα σχόλια και οι μικρο-συζητησούλες και όλα...Σε λίγες μέρες παύουν οι υποχρεώσεις με το θέατρο (προσωρινά έστω) και θα υπάρχει χρόνος...
Ως τότε, όμως, δεν μπορώ να παραλείψω και να μην εκφράσω την απίστευτη χαρά που μου έδωσε -για μια ακόμη φορά- ο Ιάσων με τα όμορφα λόγια του, που έχουν αξία διότι ξέρω καλά πως γράφει μόνο όσα πραγματικά πιστεύει...Τα υπόλοιπα θα του τα πω κατ' ιδίαν, αλλά τούτο έπρεπε να το γράψω εδώ:
Σ' ευχαριστώ! ΠΟΛΥ!
Καλημέρα, ώσπου να τα ξαναπούμε, και χαμογελάστε διότι είναι το μόνο που μας μένει όταν νομίζουμε -εσφαλμένα- πως όλα είναι dark...
Τι συμβαίνει, επιτέλους; Δεν καταλαβαίνω, θολώνω. Ψάχνω την είσοδο κινδύνου. Την έξοδο την ξέρω, ποτέ δεν την χρησιμοποιώ. Αν θέλω να φύγω, φεύγω απ' το παράθυρο. Όχι από ηρωισμό. Salto mortale και μαλακίες...Απλά, διότι σπάνια την κοπανάω κι όταν το κάνω θέλω να έχει μια ευχαρίστηση. Και δεν υπάρχει καμία χαρά στο να φεύγεις "κυρία" απ' τις πόρτες. Πέσε και ρούφα αέρα μέχρι να μπουκώσουν τα πνευμόνια σου και να ξεραθούν τα μάτια σου. Και τότε, έλα να το παίξεις μάγκας και "φευγάτος". Εσύ, φέυγεις απ' τις πόρτες. Και αυτό που με ξενερώνει ακόμα περισσότερο είναι που φεύγεις ακόμα απ' την ίδια γαμημένη έξοδο κινδύνου που γράφει "Θάρρος". Σ' αυτές τις πόρτες, μπαίνουν, αγάπη μου, δεν βγαίνουν...
Μιλάω για σένα που διασκεδάζεις τη μιζέρια σου διαβάζοντας περιοδικά και προσκλήσεις σε party που δεν είσαι καλεσμένος. Μιλάω για σένα που ξέχασες ότι αυτή η ζωή δεν έχει πρόβα και καθυστερείς μπροστά στον καθρέφτη των επιλογών, να δεις ποιά θα σου ταιριάξει καλύτερα, αντί να κάνεις μία...Κι έτσι, ξέρεις ποιά σου κάνει "ωραία μέση" ή "ωραία μάτια", αλλά δεν ξέρεις ποιά σου κάνει Ζωή.
Μιλάω και για σένα που νομίζεις ότι ο χρόνος είναι σύμμαχός σου και μάλιστα πουλημένος, νομίζεις ότι θα σταθεί πλάι σου μέχρι να ξημερώσει στο μυαλό σου το Φως. Ποιό Φως; Αφού δεν έχεις κάτοπτρο να στήσεις στην ταράτσα και δεν αγοράζεις μήτε πρίζα...Βαριέσαι. Μιλάω και για σένα που στα 18 σου έσβησες τ' αστέρια -ναι, τ' αστέρια είναι ατομικά, του καθενός μας, δεν έχουμε όλοι τα ίδια, δεν κοιτάζουμε όλοι τον ίδιο ουρανό- και σκοτείνιασες την παραλία σου...Κι αυτό το είπες "ρομαντισμό".
Μιλάω για σένα, που ξέχασες αυτό που αγάπησες, που το αντάλλαξες με λίγη δήθεν ηρεμία κι έτσι πούλησες την ψυχή σου -όχι στον διάολο, χειρότερα- στην ασφάλεια της συνήθειας και στη θέρμη της ψυχικής εστίας σου...Και μιλάω και σε μένα, που κι αν δεν έκανα όλα αυτά, κάνω κάτι ακόμη πιο ψυχοφθόρο: πιστεύω πάντα πως θα αλλάξεις, κόσμε...Κι εγώ; Εγώ δεν αλλάζω ποτέ, μήτε γεννήθηκα, μήτε θα πεθάνω...Αγωνίζομαι μόνο να Ζω και τελικά, ίσως το μόνο που καταφέρνω είναι ν' αφήνω τα χνάρια μου στην άμμο, κάθε νύχτα, μέχρι το πρώτο εωθινό κύμα.
"Τα παιδιά του μέλλοντός μας μάς κοιτούν από ψηλά και μας λένε πως ο κόσμος είναι χώμα κι ουρανός...Απ' τη λάσπη βγαίνει δυόσμος κι απ' τη νύχτα βγαίνει φως..."
Παιδί μου, που δεν σε γέννησα ακόμα, συγχώρεσέ με που όλο σε ξεχνώ...Μεγάλωσα δύσκολα σε εύκολους καιρούς, αυτό ήταν όλο μου το βιός. Δεν είχα τίποτε παραπάνω απ’ όσα θέλησα και δεν στερήθηκα τίποτε λιγότερο απ’ ό,τι μου περίσσευε. Αλλά όλο το περίσσευμα, το πέταξα στα σκυλιά, αρνήθηκα να το δώσω σ’ Άνθρωπο κανέναν. Στους Ανθρώπους, παιδί μου, να δίνεις πάντα από αυτό που δεν σου περισσεύει. Αυτή είναι και η μόνη σου ελπίδα να το δεχθούν. Στη μικρή και σύντομη ζωή σου -κι ο Θεός να σου δίνει χρόνια πολλά γεμάτα φως, αλλά όσα κι αν ζήσεις, η ζωή πάντα θα ‘ναι σύντομη- μην ξεχάσεις τούτο: έχεις ανάγκη ν’ αγαπάς, κι όχι ν’ αγαπιέσαι. Είσαι πάντα ικανός να ζεις χωρίς να σε αγαπάει κανείς, αλλά αν δεν αγαπάς εσύ πώς να ζήσεις, παιδί μου; Πώς να βρεις τη δύναμη να κουβαλάς το τόσο βαρύ κενό σου; Θα μεγαλώσεις εύκολα σε δύσκολους καιρούς. Αυτή η διαφορά θα σταθεί ριζική ανάμεσά μας, αλλά συγχώρα με, δεν ήθελα να δυσκολέψω τον καιρό ούτε να ευκολύνω τις μέρες μου. Θέλησα μονάχα να έχω κάτι ν’ αγαπώ, και κάθε φορά που αγαπούσα κάτι, εκείνο εν τέλει μου γύριζε την πλάτη. Μου πήρε χρόνια να λάβω το μήνυμα: δεν με εγκατέλειπαν εκείνα και εκείνοι που αγαπούσα. Εγώ τα εγκατέλειπα στη μακαριότητα της αγάπης μου, για να βρω άλλα, άλλους, περισσότερα…Για να γνωρίσω κι άλλες αγάπες, πιο μικρές και πιο μεγάλες. Κι όσα έπρεπε ν’ αφήσω, μα δεν τ’ άφησα εγκαίρως, ευτυχώς με άφησαν εκείνα, κι έτσι η ψυχή μου δεν έγινε αποθήκη καταπιεσμένων φόβων και νεαρών φασιστόμορφων αναγκών. Κι έμενα πάντα μόνη, μέχρι που είδα ότι μόνη είμαι πάντα. Κι εσύ μοναχό σου θα είσαι πάντα, παιδί μου. Αλλά τώρα πια, εγώ ξέρω πως η μοναξιά δεν είναι καταδίκη, είναι φύση, είναι δώρο, είναι ευλογία. Στη μοναξιά μαθαίνεις πώς ν’ ακούς τη σιωπή, πώς να κάνεις κρότο μ’ ένα δάκρυ, πώς να μιλάς ώρες ατελεύτητες για το «εκείνο» και για το «ετούτο»…Προς Θεού, όμως! Μην μπερδευτείς! Μοναξιά δεν είναι να μην έχεις άνθρωπο κοντά στην ψυχή σου…Μοναξιά είναι να αγαπάς, να σε αγαπούν, αλλά στα μεγάλα, στα σπουδαία και στ’ αληθινά, να ξέρεις να σωπαίνεις…Κι όποιος λάβει, έλαβε.
Σήκω. Άνοιξε τη ντουλάπα σου. Πέταξε τα πιο καλά σου ρούχα. Εκεί που πάμε είναι περιττά. Πήγαινε στο μπάνιο. Πλύσου. Μη χτενιστείς. Είσαι καλύτερα χωρίς. Φεύγουμε. Όπως μου το είχες υποσχεθεί. "Όχι" έλεγα, αλλά ήθελα να φύγω. Τώρα το παραδέχομαι. Δεν σου είπα ψέμματα. Πάντα έλεγα την αλήθεια που γνώριζα. Τι κι αν δεν ήταν η Αλήθεια; Σίγουρα πάντως δεν ήταν ψέμα. Γνωρίζεις; Νιώθεις; Θυμάσαι; Τι απ' όλα; Εγώ τίποτα. Το "εγώ" μου καταρρέει μέσα στη δίνη της συνείδησης. Μη με κοιτάζεις στα μάτια. Δεν θα με βρεις εκεί. Έχω φύγει πέρα κι απ' το βλέμμα μου. Με κοιτάζεις αλλά δεν με βλέπεις. Μαγκιά, έτσι; Παπάρια...Απλώς κόλωσα και δεν με περίμενα. Ετοιμάστηκες; Πλύθηκες; Ντύθηκες; Τι φόρεσες, τελικά; Δεν χτενίστηκες; Ευτυχώς...Δεν πιστεύω να ομόρφυνες! Μην το κάνεις αυτό στον εαυτό σου. Σου αξίζει περισσότερη ασχήμια...Μεγαλύτερο δικαίωμα στην όψη. Έχεις ωραίο χαμόγελο, το ξέρεις. Αλλά μη χαμογελάς. Γίνεσαι ματαιόδοξος όταν χαμογελάς. Να ξαναχαμογελάσεις όταν θα έχεις πια ξεχάσει ότι το χαμόγελό σου σε κάνει πιο όμορφο. Μόνο τότε θα έχει σημασία...Τότε, που θα χαμογελάς για κάποιον, για κάτι, για σένα...Όχι για να υμνείς την όψη σου.
Γιατί αργείς; Φεύγουμε, δεν είπαμε; Τι περιμένεις; Εμένα; Α, όχι...Εγώ δεν είμαι εδώ για να σε ακολουθήσω. Εγώ ήμουνα για λίγο "εδώ" για να μην ξεχάσεις. Πήγαινε. Μόνος. Κι αν επιβιώσει ο εαυτός σου στο "εγώ" σου, μη γυρίσεις. Να γυρίσεις μόνο νεκρός. Από σένα, απαιτώ να ξαναγεννηθείς...
Άλλαξαν, φίλε μου, τα σύνορα...Αλλού τώρα το συρματόπλεγμα. Σκίζονται στις άκρες του οι φλέβες σου μα δεν παύεις να χτυπιέσαι πάνω του με λύσσα. Θα το ξεσκίσεις κι αυτό...Μαζί και τα χέρια σου...Και την ψυχή σου; Όχι.
Το συρματόπλεγμα είναι πια μακριά. Τελικά, τι προτιμώ, δεν ξέρω...Να είναι το συρματόπλεγμα μακριά μου και ν' ανασαίνω άνετα ή να μην έχω χώρο να ανασάνω κι έτσι να το ξεσκίζω μαζί με τα χέρια μου;
Ψέμματα λέω...ξέρω...Το θέλω κοντά. Να μετράω τη δύναμή μου βήμα-βήμα και ποτέ να μην είναι αρκετή. Να κερδίζω τη μάχη και να νιώθω και πάλι αδύναμη. Να ανεβαίνω στην κορυφή του βουνού κι ύστερα να βλέπω πως τα άλλα βουνά είναι ψηλότερα. Σε λόφο ανέβηκα. Άντε πάλι από την αρχή.
Καλά...Αντιγράψτε με...Ξέρω ότι πρόκειται περί αριστουργημάτων της νεοελληνικής blogογραφίας και ως τέτοια πρέπει να διακινούνται ελεύθερα (απλά να, από ευγένεια, πείτε και από που αντιγράψατε)...Σας ευχαριστώ πολύ, σας αγαπώ! Αυτόγραφα εντός!